dicked
dicked
dɪkt
dikt
lickeddepictrelictstrict

Ορισμός και σημασία του "dicked"στα αγγλικά

01

στα σκατά, γ@μημένος

in trouble or unfairly treated 
Dialectamerican flagAmerican
dicked definition and meaning
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dicked
συγκριτικός βαθμός
more dicked
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
We got dicked by the referee's bad call in overtime. 

Ταλαιπωρηθήκαμε από την κακή απόφαση του διαιτητή στην παράταση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store