Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fucked
01
εντελώς γαμημένος, ολοκληρωτικά καταστραμμένος
completely ruined or damaged
Dialect
American
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fucked
συγκριτικός βαθμός
more fucked
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The power supply got fried and the whole system is fucked.
Η τροφοδοσία κάηκε και όλο το σύστημα είναι χαλασμένο.
02
στα σκατά, σε μπελάδες
in serious trouble or a hopeless situation
Dialect
American
Slang
Vulgar
Παραδείγματα
We're fucked if it rains on moving day.
Είμαστε σε μεγάλο μπελά αν βρέξει την ημέρα της μετακόμισης.
03
μεθυσμένος τελείως, μπουκωμένος
extremely drunk
Dialect
American
Slang
Vulgar
Παραδείγματα
He's lying on the couch completely fucked from the bar crawl.
Ξαπλώνει στον καναπέ εντελώς μεθυσμένος από το γύρο στα μπαρ.
04
ενοχλημένος, πρόθυμος
bothered or willing to do something
Dialect
American
Slang
Vulgar
Παραδείγματα
I'm not fucked to cook dinner after working twelve hours.
Δεν έχω διάθεση να μαγειρέψω δείπνο μετά από δώδεκα ώρες δουλειάς.
Λεξικό Δέντρο
underfucked
unfucked
fucked
fuck



























