wazzock
wa
ˈwæ
zzock
zək
zēk
/wˈazək/

Ορισμός και σημασία του "wazzock"στα αγγλικά

01

ανόητος, ηλίθιος

a foolish, stupid, or idiotic person
Dialectbritish flagBritish
wazzock definition and meaning
Offensive
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wazzocks
Παραδείγματα
She sighed at the wazzock fumbling with his keys.
Αναστέναξε μπροστά στον wazzock που μπέρδευε τα κλειδιά του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store