Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
coinciding
01
συμπίπτων, ταυτόχρονος
happening or done at the same time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most coinciding
συγκριτικός βαθμός
more coinciding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The coinciding start times of the two meetings forced me to choose which one to attend.
Οι συμπίπτουσες ώρες έναρξης των δύο συναντήσεων με ανάγκασαν να επιλέξω σε ποια να παρευρεθώ.
Λεξικό Δέντρο
coinciding
coincide



























