coinciding
coin
ˌkəʊɪn
κεουιν
ci
ˈsaɪ
σαι
ding
dɪng
ντινγκ
confidingsubsidingdecidingabiding

Ορισμός και σημασία του "coinciding"στα αγγλικά

coinciding
01

συμπίπτων, ταυτόχρονος

happening or done at the same time 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most coinciding
συγκριτικός βαθμός
more coinciding
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
time, events, synchronization
Παραδείγματα
The coinciding start times of the two meetings forced me to choose which one to attend. 

Οι συμπίπτουσες ώρες έναρξης των δύο συναντήσεων με ανάγκασαν να επιλέξω σε ποια να παρευρεθώ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

coinciding
coincide
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store