Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
coinciding
01
συμπίπτων, ταυτόχρονος
happening or done at the same time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most coinciding
συγκριτικός βαθμός
more coinciding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The coinciding work shifts meant they would n't have time to catch up until the weekend.
Οι συμπίπτουσες βάρδιες εργασίας σήμαιναν ότι δεν θα είχαν χρόνο να συναντηθούν μέχρι το σαββατοκύριακο.
Λεξικό Δέντρο
coinciding
coincide



























