coinciding
Pronunciation
/ˌkoʊənˈsaɪdɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "coinciding"στα αγγλικά

coinciding
01

συμπίπτων, ταυτόχρονος

happening or done at the same time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most coinciding
συγκριτικός βαθμός
more coinciding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The coinciding work shifts meant they would n't have time to catch up until the weekend.
Οι συμπίπτουσες βάρδιες εργασίας σήμαιναν ότι δεν θα είχαν χρόνο να συναντηθούν μέχρι το σαββατοκύριακο.

Λεξικό Δέντρο

coinciding
coincide
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store