Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shitfaced
01
μεθυσμένος στο έπακρο, ζαλισμένος από το ποτό
extremely drunk
Dialect
American
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shitfaced
συγκριτικός βαθμός
more shitfaced
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
By midnight he was completely shitfaced and trying to sing karaoke off-key.
Μέχρι τα μεσάνυχτα ήταν εντελώς μεθυσμένος και προσπαθούσε να τραγουδήσει καραόκε σε λάθος τόνο.
02
αξιοκαταφρόνητος, εξευτελιστικός
(of a person) despicable, gross, or contemptible
Dialect
American
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
That shitfaced liar promised he'd pay me back and then ghosted.
Αυτός ο αξιοκατάκριτος ψεύτης υποσχέθηκε ότι θα μου επιστρέψει τα χρήματα και μετά εξαφανίστηκε.



























