mindfuck
mind
ˈmaɪnd
maind
fuck
fʌk
fak

Ορισμός και σημασία του "mindfuck"στα αγγλικά

01

διανοητική σύγχυση, ψυχολογική σύγχυση

a confusing, disturbing, or psychologically overwhelming situation or experience 
mindfuck definition and meaning
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mindfucks
Παραδείγματα
Watching that twist ending movie was a total mindfuck – I had to rewind it twice. 

Το να παρακολουθήσω αυτήν την ταινία με το αναπάντεχο τέλος ήταν ένας ολοκληρωτικός mindfuck – έπρεπε να την ξαναδώ δύο φορές.

01

συγχέοντας, αποπροσανατολίζοντας

confusing or mentally disorienting 
mindfuck definition and meaning
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mindfuck
συγκριτικός βαθμός
more mindfuck
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The directions he gave were so mindfuck I ended up completely lost. 

Οι οδηγίες που έδωσε ήταν τόσο συγχέοντες που κατέληξα εντελώς χαμένος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store