fuckface
fuck
ˈfʌk
fak
face
feɪs
feis
duckface

Ορισμός και σημασία του "fuckface"στα αγγλικά

01

μαλάκας, σκατόψυχος

an ugly or unattractive person 
Dialectamerican flagAmerican
fuckface definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fuckfaces
Παραδείγματα
The comedian roasted the heckler by calling him a "pimply little fuckface." 

Ο κωμικός επέκρινε τον διαταράκτη αποκαλώντας τον "σπυριάρη μικρό σκατόπροσωπο".

02

ηλίθιος, βλάκας

a stupid or idiotic person 
Dialectamerican flagAmerican
fuckface definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
Some fuckface double-parked and blocked the whole street. 

Κάποιος ηλίθιος παρκάρει διπλά και μπλόκαρε ολόκληρο το δρόμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store