Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
coincident
01
συμπίπτων
matching point for point
02
συμπίπτων, ταυτόχρονος
occurring at the same time or in the same place
Παραδείγματα
The two teams ’ successes were coincident, marking a memorable season.
Οι επιτυχίες των δύο ομάδων ήταν συμπτωματικές, σημαδεύοντας μια αξέχαστη σεζόν.
Λεξικό Δέντρο
coincidently
coincident
incident
incid



























