coincident
Pronunciation
/koʊˈɪnsədənt/

Ορισμός και σημασία του "coincident"στα αγγλικά

coincident
01

συμπίπτων

matching point for point
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most coincident
συγκριτικός βαθμός
more coincident
διαβαθμίσιμο
02

συμπίπτων, ταυτόχρονος

occurring at the same time or in the same place
Παραδείγματα
The two teams ’ successes were coincident, marking a memorable season.
Οι επιτυχίες των δύο ομάδων ήταν συμπτωματικές, σημαδεύοντας μια αξέχαστη σεζόν.

Λεξικό Δέντρο

coincidently
coincident
incident
incid
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store