Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
coincident
01
συμπίπτων
matching point for point
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most coincident
συγκριτικός βαθμός
more coincident
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
geometry, mathematics, events
02
συμπίπτων, ταυτόχρονος
occurring at the same time or in the same place
Παραδείγματα
The power outage was coincident with the thunderstorm.
Το πέρασμα του ρεύματος συνέπεσε με την καταιγίδα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
coincidently
coincident
incident
incid



























