to wimp out
wimp
wɪmp
vimp
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "wimp out"στα αγγλικά

to wimp out
01

δειλιάζω και υποχωρώ, χάνω το θάρρος

to behave in a timid or cowardly way, especially by backing out of something 
Dialectamerican flagAmerican
to wimp out definition and meaning
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
wimp
ενεστώτας
wimp out
γ΄ ενικό πρόσωπο
wimps out
ενεστώτα μετοχή
wimping out
απλός αόριστος
wimped out
παθητική μετοχή
wimped out
Παραδείγματα
Don't wimp out now – you've trained for months. 

Μην δειλιάσεις τώρα – έχεις προπονηθεί για μήνες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store