Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wimp out
01
δειλιάζω και υποχωρώ, χάνω το θάρρος
to behave in a timid or cowardly way, especially by backing out of something
Dialect
American
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
wimp
ενεστώτας
wimp out
γ΄ ενικό πρόσωπο
wimps out
ενεστώτα μετοχή
wimping out
απλός αόριστος
wimped out
παθητική μετοχή
wimped out
Παραδείγματα
They all wimped out of the haunted house halfway through.
Όλοι δειλιάσαν και εγκατέλειψαν το στοιχειωμένο σπίτι στη μέση της διαδρομής.



























