Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shithouse
01
τουαλέτα, αποχωρητήριο
a toilet
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shithouses
Παραδείγματα
The shithouse at the festival was absolutely disgusting.
Η τουαλέτα στο φεστιβάλ ήταν απολύτως αηδιαστική.
02
σκουπιδότοπος, χοιροστάσιο
a dirty, messy, or unpleasant place
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
His place is an absolute shithouse – pizza boxes everywhere.
Ο χώρος του είναι ένα απόλυτο βρωμόσπιτο – κουτιά πίτσα παντού.



























