Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dingleberry
01
ένας ανίκανος, ένας ανόητος
a foolish or inept person who lacks competence
Dialect
American
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dingleberries
Παραδείγματα
The team lost because of that dingleberry who fumbled the easy play.
Η ομάδα έχασε εξαιτίας εκείνου του ανίκανου που απέτυχε στο εύκολο παιχνίδι.
02
κατακάθι, μηδενικό
a despicable or worthless individual
Dialect
American
Offensive
Slang
Παραδείγματα
Avoid that dingleberry at parties – he's always starting drama.
Αποφύγετε εκείνο τον άχρηστο στις πάρτι – πάντα ξεκινά δράμα.
03
αποξηραμένο κομμάτι κόπρανα, κολλημένα κόπρανα
dried bits of feces clinging to buttocks hair
Dialect
American
Slang
Vulgar
Παραδείγματα
In locker room banter, they teased each other about checking for dingleberries.
Στα αστεία της αποδυτήρια, πείραζαν ο ένας τον άλλον για το να ελέγχουν για κοπριά.
Λεξικό Δέντρο
dingleberry
dingle
berry



























