Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Coiffure
01
κόμμωση, περίτεχνη κόμμωση
a hairstyle, especially one that is elaborate or professionally done
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coiffures
Παραδείγματα
The stylist created a sleek coiffure for the runway show.
Ο στυλίστας δημιούργησε μια κομψή κόμμωση για την παράσταση της πίστας.
to coiffure
01
κομμώ, στολίζω
to arrange someone's hair in a professional or elaborate manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
coiffure
γ΄ ενικό πρόσωπο
coiffures
ενεστώτα μετοχή
coiffuring
απλός αόριστος
coiffured
παθητική μετοχή
coiffured
Παραδείγματα
The stylist coiffured her hair into a dramatic updo.
Ο στυλίστας κόμμισε τα μαλλιά της σε ένα δραματικό πάνω χτένισμα.
Λεξικό Δέντρο
coiffure
coif



























