coiffure
coiffure
kwɑ:fjʊə
kvaafyue

Ορισμός και σημασία του "coiffure"στα αγγλικά

01

κόμμωση, περίτεχνη κόμμωση

a hairstyle, especially one that is elaborate or professionally done 
coiffure definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
coiffures
Παραδείγματα
The stylist created a sleek coiffure for the runway show. 

Ο στυλίστας δημιούργησε μια κομψή κόμμωση για την παράσταση της πίστας.

to coiffure
01

κομμώ, στολίζω

to arrange someone's hair in a professional or elaborate manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
coiffure
γ΄ ενικό πρόσωπο
coiffures
ενεστώτα μετοχή
coiffuring
απλός αόριστος
coiffured
παθητική μετοχή
coiffured
Παραδείγματα
The stylist coiffured her hair into a dramatic updo. 

Ο στυλίστας κόμμισε τα μαλλιά της σε ένα δραματικό πάνω χτένισμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

coiffure
coif
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store