Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cohesive
01
συνεκτικός, ενωτικός
creating unity or consistency
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cohesive
συγκριτικός βαθμός
more cohesive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The cohesive branding strategy helped to establish a strong and recognizable brand identity.
Η συνεκτική στρατηγική επωνυμίας βοήθησε στη δημιουργία μιας ισχυρής και αναγνωρίσιμης ταυτότητας επωνυμίας.
02
συνεκτικός, ενιαίος
unified and consistent in structure or composition
Παραδείγματα
The book 's chapters were diverse yet had a cohesive flow.
Τα κεφάλαια του βιβλίου ήταν ποικίλα αλλά είχαν μια συνεκτική ροή.
Λεξικό Δέντρο
cohesiveness
cohesive
cohere



























