Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ageless
01
αιώνιος, αγέραστος
preserving a youthful or unchanged appearance
Παραδείγματα
Despite her advancing years, the yoga instructor maintained an ageless physique and vibrant energy.
Παρά τα προχωρημένα της χρόνια, η δασκάλα γιόγκα διατηρούσε μια διαχρονική φυσιογνωμία και ζωντανή ενέργεια.
02
διαχρονικός, αιώνιος
enduring timelessly and unaffected by the constraints of time or aging
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ageless
συγκριτικός βαθμός
more ageless
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
time, endurance, quality
Παραδείγματα
The classic novel's ageless appeal continues to captivate readers across generations.
Η διαχρονική έλξη του κλασικού μυθιστορήματος συνεχίζει να μαγεύει τους αναγνώστες ανά τις γενιές.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
agelessness
ageless
age



























