Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cogitate
01
σκέφτομαι, αναλογίζομαι
to think carefully about something
Intransitive: to cogitate | to cogitate on a subject
Παραδείγματα
During the meeting, she took a moment to cogitate before expressing her opinion.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, πήρε μια στιγμή να σκεφτεί πριν εκφράσει τη γνώμη της.
02
σκεφτομαι βαθια, αναλογιζομαι
to think carefully about or plan something, often with the intention of coming up with a solution or idea
Transitive: to cogitate an idea or solution
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cogitate
γ΄ ενικό πρόσωπο
cogitates
ενεστώτα μετοχή
cogitating
απλός αόριστος
cogitated
παθητική μετοχή
cogitated
Παραδείγματα
He cogitated a new approach to solving the problem.
Σκέφτηκε μια νέα προσέγγιση για την επίλυση του προβλήματος.
Λεξικό Δέντρο
cogitation
cogitative
cogitate
cogit



























