cogent
co
ˈkəʊ
kew
gent
ʤənt
jēnt

Ορισμός και σημασία του "cogent"στα αγγλικά

01

πειστικός, λογικός

(of cases, statements, etc.) capable of making others believe that something is true with the use of logic and reasoning 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cogent
συγκριτικός βαθμός
more cogent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her cogent explanation of the scientific theory helped the students grasp the complex concepts with ease. 

Η πειστική της εξήγηση της επιστημονικής θεωρίας βοήθησε τους μαθητές να κατανοήσουν εύκολα τις πολύπλοκες έννοιες.

Λεξικό Δέντρο

cogently
cogent
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store