Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cogent
01
πειστικός, λογικός
(of cases, statements, etc.) capable of making others believe that something is true with the use of logic and reasoning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cogent
συγκριτικός βαθμός
more cogent
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
argumentation, logic, persuasion
Παραδείγματα
Her cogent explanation of the scientific theory helped the students grasp the complex concepts with ease.
Η πειστική της εξήγηση της επιστημονικής θεωρίας βοήθησε τους μαθητές να κατανοήσουν εύκολα τις πολύπλοκες έννοιες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
cogently
cogent



























