Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Coffin
01
φέρετρο, νεκροθήκη
a long, narrow box, typically made of wood, in which a dead body is buried or cremated
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coffins
Παραδείγματα
The mourners gathered around the coffin to pay their respects.
Οι πενθούντες συγκεντρώθηκαν γύρω από το φέρετρο για να αποτίσουν φόρο τιμής.
to coffin
01
τοποθετώ σε φέρετρο, βάζω σε φέρετρο
to enclose or place something within a coffin
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
coffin
γ΄ ενικό πρόσωπο
coffins
ενεστώτα μετοχή
coffining
απλός αόριστος
coffined
παθητική μετοχή
coffined
Παραδείγματα
The undertaker coffined the body with great care before the funeral.
Ο νεκροθάφτης έβαλε στο φέρετρο το πτώμα με μεγάλη προσοχή πριν από την κηδεία.



























