coffin
Pronunciation
/ˈkɔfɪn/

Ορισμός και σημασία του "coffin"στα αγγλικά

01

φέρετρο, νεκροθήκη

a long, narrow box, typically made of wood, in which a dead body is buried or cremated
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coffins
Παραδείγματα
The pallbearers carried the coffin to the burial site.
Οι νεκροφόροι κουβάλησαν το φέρετρο στον τάφο.
to coffin
01

τοποθετώ σε φέρετρο, βάζω σε φέρετρο

to enclose or place something within a coffin
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
coffin
γ΄ ενικό πρόσωπο
coffins
ενεστώτα μετοχή
coffining
απλός αόριστος
coffined
παθητική μετοχή
coffined
Παραδείγματα
The legend tells of a cursed warrior coffined in an unmarked grave.
Ο θρύλος μιλά για έναν καταραμένο πολεμιστή τοποθετημένο σε φέρετρο σε ένα ανώνυμο τάφο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store