Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Coeval
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coevals
Παραδείγματα
My grandmother and her coevals often reminisce about the changes they ’ve seen over their long lives.
Η γιαγιά μου και οι συνομήλικοι της συχνά θυμούνται τις αλλαγές που έχουν δει στη μακρά τους ζωή.
coeval
01
σύγχρονος, που υπάρχει ή συμβαίνει στην ίδια εποχή
existing or occurring in the same era
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The coeval development of technology and society transformed daily life.
Η σύγχρονη ανάπτυξη της τεχνολογίας και της κοινωνίας μεταμόρφωσε την καθημερινή ζωή.



























