coeval
coe
ˈkəʊi:
kewi
val
vəl
vēl
withalpascalmoraleungual

Ορισμός και σημασία του "coeval"στα αγγλικά

01

σύγχρονος, ομήλικος

someone who is nearly the same age as another 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coevals
Παραδείγματα
She was a coeval of mine, and we went through school together from kindergarten to graduation. 

Ήταν μια συνομήλικη μου, και πήγαμε μαζί στο σχολείο από το νηπιαγωγείο μέχρι την αποφοίτηση.

01

σύγχρονος, που υπάρχει ή συμβαίνει στην ίδια εποχή

existing or occurring in the same era 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fossils were coeval with the earliest human civilizations, dating back thousands of years. 

Τα απολιθώματα ήταν σύγχρονα με τους πρώτους ανθρώπινους πολιτισμούς, που χρονολογούνται πριν από χιλιάδες χρόνια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store