coeval
coe
ˌkoʊɪ
κουι
val
ˈvæl
βαιλ
/kˌəʊɪvˈal/

Ορισμός και σημασία του "coeval"στα αγγλικά

01

σύγχρονος, ομήλικος

someone who is nearly the same age as another
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coevals
Παραδείγματα
My grandmother and her coevals often reminisce about the changes they ’ve seen over their long lives.
Η γιαγιά μου και οι συνομήλικοι της συχνά θυμούνται τις αλλαγές που έχουν δει στη μακρά τους ζωή.
01

σύγχρονος, που υπάρχει ή συμβαίνει στην ίδια εποχή

existing or occurring in the same era
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The coeval development of technology and society transformed daily life.
Η σύγχρονη ανάπτυξη της τεχνολογίας και της κοινωνίας μεταμόρφωσε την καθημερινή ζωή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store