Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Coercion
01
αναγκασμός, εξαναγκασμός
the act of compelling someone to act against their will by using force or threats
Παραδείγματα
Laws exist to protect individuals from financial or psychological coercion.
Οι νόμοι υπάρχουν για να προστατεύουν τα άτομα από οικονομική ή ψυχολογική αναγκαστικότητα.
Λεξικό Δέντρο
coercion
coerce



























