coercion
Pronunciation
/koʊˈɝʃən/

Ορισμός και σημασία του "coercion"στα αγγλικά

01

αναγκασμός, εξαναγκασμός

the act of compelling someone to act against their will by using force or threats
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Laws exist to protect individuals from financial or psychological coercion.
Οι νόμοι υπάρχουν για να προστατεύουν τα άτομα από οικονομική ή ψυχολογική αναγκαστικότητα.

Λεξικό Δέντρο

coercion
coerce
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store