Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Coercion
01
αναγκασμός, εξαναγκασμός
the act of compelling someone to act against their will by using force or threats
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
coercions
Παραδείγματα
The confession was obtained through coercion, not free will.
Η ομολογία προέκυψε μέσω αναγκασμού, όχι ελεύθερης βούλησης.
Λεξικό Δέντρο
coercion
coerce



























