Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to yabby
01
προσβάλλω, δεν δείχνω σεβασμό
(Nigerian) to insult or disrespect someone
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
yabby
γ΄ ενικό πρόσωπο
yabbies
ενεστώτα μετοχή
yabbying
απλός αόριστος
yabbied
παθητική μετοχή
yabbied
Παραδείγματα
He yabbed me in front of everyone during the meeting.
Με γιάμπαρε μπροστά σε όλους κατά τη διάρκεια της συνάντησης.



























