smallie
sma
ˈsmɔ:
smaw
llie
li
li
smellysmiley

Ορισμός και σημασία του "smallie"στα αγγλικά

01

μικρός, νάνος

(Nigerian) a small person, often used affectionately or humorously 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
smallies
Παραδείγματα
Look at that smallie running around the yard! 

Κοίτα αυτό το μικρό που τρέχει στην αυλή!

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store