Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Smallie
01
μικρός, νάνος
(Nigerian) a small person, often used affectionately or humorously
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
smallies
Παραδείγματα
Look at that smallie running around the yard!
Κοίτα αυτό το μικρό που τρέχει στην αυλή!



























