fash
fash
fæʃ
φαισ
/fˈæʃ/

Ορισμός και σημασία του "fash"στα αγγλικά

to fash
01

σκόπιμα αγνοώ, σκόπιμα παραμελώ

(Nigerian) to deliberately ignore or neglect someone or something
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fash
γ΄ ενικό πρόσωπο
fashes
ενεστώτα μετοχή
fashing
απλός αόριστος
fashed
παθητική μετοχή
fashed
Παραδείγματα
I ca n't believe he fashed all my advice.
Δεν μπορώ να πιστέψω ότι φάσουσε όλες τις συμβουλές μου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store