Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fash
01
σκόπιμα αγνοώ, σκόπιμα παραμελώ
(Nigerian) to deliberately ignore or neglect someone or something
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fash
γ΄ ενικό πρόσωπο
fashes
ενεστώτα μετοχή
fashing
απλός αόριστος
fashed
παθητική μετοχή
fashed
Παραδείγματα
I ca n't believe he fashed all my advice.
Δεν μπορώ να πιστέψω ότι φάσουσε όλες τις συμβουλές μου.
Λεξικό Δέντρο
fashion
fash



























