Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to smaak
01
μου αρέσει, εκτιμώ
(South African) to like someone or something
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
smaak
γ΄ ενικό πρόσωπο
smaaks
ενεστώτα μετοχή
smaaking
απλός αόριστος
smaaked
παθητική μετοχή
smaaked
Παραδείγματα
I really smaak that new song.
Μου αρέσει πολύ αυτό το νέο τραγούδι.



























