to donner
Pronunciation
/ˈdɑnɝ/

Ορισμός και σημασία του "donner"στα αγγλικά

to donner
01

δέρνω, ξυλοφορτώνω

(South African) to beat up or thrash someone
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
donner
γ΄ ενικό πρόσωπο
donners
ενεστώτα μετοχή
donnering
απλός αόριστος
donnered
παθητική μετοχή
donnered
Παραδείγματα
He was donnered in the fight outside the bar.
Ήταν donnered στον καυγά έξω από το μπαρ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store