Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to donner
01
δέρνω, ξυλοφορτώνω
(South African) to beat up or thrash someone
Slang
Παραδείγματα
He was donnered in the fight outside the bar.
Ήταν donnered στον καυγά έξω από το μπαρ.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
δέρνω, ξυλοφορτώνω