Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to donner
01
δέρνω, ξυλοφορτώνω
(South African) to beat up or thrash someone
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
donner
γ΄ ενικό πρόσωπο
donners
ενεστώτα μετοχή
donnering
απλός αόριστος
donnered
παθητική μετοχή
donnered
Παραδείγματα
He donnered him after the argument.
Τον ξυλοκόπησε μετά τον καυγά.



























