Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stonker
01
εξαντλημένος, κουρασμένος
(Australian) exhausted or worn out
Slang
Παραδείγματα
They were all stonkered after the big event.
Ήταν όλοι εξαντλημένοι μετά τη μεγάλη εκδήλωση.
02
μεθυσμένος, ζαλισμένος
(Australian) drunk or heavily intoxicated
Slang
Παραδείγματα
They all got stonkered and ended up in the cab home.
Όλοι μεθύσαν και κατέληξαν στο ταξί για το σπίτι.



























