stonker
ston
ˈstɒn
στον
ker
κα
stokerstinkerstockerstoner

Ορισμός και σημασία του "stonker"στα αγγλικά

01

εξαντλημένος, κουρασμένος

(Australian) exhausted or worn out 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stonkered
συγκριτικός βαθμός
more stonkered
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
fatigue, health, state
Παραδείγματα
I'm stonkered after that long hike. 

Είμαι εξαντλημένος μετά από αυτή τη μεγάλη πεζοπορία.

02

μεθυσμένος, ζαλισμένος

(Australian) drunk or heavily intoxicated 
αργκό
Παραδείγματα
He was stonkered by midnight at the party. 

Ήταν μεθυσμένος μέχρι τα μεσάνυχτα στο πάρτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store