Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Larrikin
01
ένας ατακτικός, ένας παλιόπαιδο
(Australian) a mischievous, playful, or cheeky person, often one who defies convention or causes trouble in a lighthearted way
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
larrikins
Παραδείγματα
He's a real larrikin, always up to something fun.
Είναι ένας πραγματικός λάρικιν, πάντα κάνει κάτι διασκεδαστικό.



























