larrikin
la
ˈlæ
rri
ri
kin
kɪn
kin

Ορισμός και σημασία του "larrikin"στα αγγλικά

01

ένας ατακτικός, ένας παλιόπαιδο

(Australian) a mischievous, playful, or cheeky person, often one who defies convention or causes trouble in a lighthearted way 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
larrikins
Παραδείγματα
He's a real larrikin, always up to something fun. 

Είναι ένας πραγματικός λάρικιν, πάντα κάνει κάτι διασκεδαστικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store