Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dacent
01
εξαιρετικός, εντυπωσιακός
(Irish) excellent, really good, or impressive
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dacent
συγκριτικός βαθμός
more dacent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
That concert was dacent!
Αυτή η συναυλία ήταν dacent!



























