Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mortalled
01
εντελώς μεθυσμένος, εντελώς πιωμένος
(Scottish) extremely drunk or intoxicated
Slang
Παραδείγματα
They were all mortalled by midnight.
Ήταν όλοι μεθυσμένοι στο έπακρο μέχρι τα μεσάνυχτα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
εντελώς μεθυσμένος, εντελώς πιωμένος