mortalled
mor
ˈmɔ:
maw
talled
tɔ:ld
tawld

Ορισμός και σημασία του "mortalled"στα αγγλικά

01

εντελώς μεθυσμένος, εντελώς πιωμένος

(Scottish) extremely drunk or intoxicated 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mortalled
συγκριτικός βαθμός
more mortalled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was completely mortalled after the party. 

Ήταν εντελώς mortalled μετά το πάρτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store