Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to malky
01
χαράζω, κόβω
(Scottish) to slash or cut someone with a razor
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
malky
γ΄ ενικό πρόσωπο
malkies
ενεστώτα μετοχή
malkying
απλός αόριστος
malkied
παθητική μετοχή
malkied
Παραδείγματα
He threatened to malky anyone who got in his way.
Απείλησε να malky όποιον εμποδίζει το δρόμο του.
02
μάλκι, χτυπώ με το κεφάλι
(Scottish) to headbutt someone
αργκό
Παραδείγματα
He malkied the bloke in the bar during the argument.
Μάλκισε τον τύπο στο μπαρ κατά τη διάρκεια της διαμάχης.
03
ξυλοκοπώ, δέρνω
(Scottish) to physically assault or beat someone
αργκό
Παραδείγματα
He malkied the gang member in self-defense.
Αυτός μάλκισε το μέλος της συμμορίας σε αυτοάμυνα.
04
δολοφονώ, σκοτώνω
(Scottish) to murder someone
αργκό
Παραδείγματα
He was malkied in a violent gang attack.
Ήταν malky σε μια βίαιη επίθεση συμμορίας.
Malky
01
ένα ξύλο, ένα δέρσιμο
(Scottish) a beating or severe physical assault
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
malkies
Παραδείγματα
He took a proper malky in the fight.
Έλαβε ένα malky (ξύλο) στη μάχη.
02
δολοφονία, φόνος
(Scottish) a murder
αργκό
Παραδείγματα
The gang carried out a malky in the dead of night.
Η συμμορία διέπραξε ένα malky στη μέση της νύχτας.



























