Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Buroo
01
γραφείο ανεργίας, επίδομα ανεργίας
(Scottish) unemployment office or the benefits received from it
παρωχημένο
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
buroos
Παραδείγματα
He had to go down to the buroo to claim his benefits.
Έπρεπε να πάει στο γραφείο ανεργίας για να διεκδικήσει τα επιδόματά του.



























