Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bowfing
01
βρομερός, αηδιαστικός
(Scottish) stinking, disgusting, or foul
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bowfing
συγκριτικός βαθμός
more bowfing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
That bin smells bowfing!
Αυτός ο κάδος μυρίζει bowfing!



























