bowfing
Pronunciation
/bˈoʊfɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "bowfing"στα αγγλικά

01

βρομερός, αηδιαστικός

(Scottish) stinking, disgusting, or foul
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bowfing
συγκριτικός βαθμός
more bowfing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She complained about the bowfing water in the tap.
Παραπονέθηκε για το bowfing νερό στη βρύση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store