bowfing
bow
ˈbəʊ
bew
fing
fɪng
fing
bowingbowling

Ορισμός και σημασία του "bowfing"στα αγγλικά

01

βρομερός, αηδιαστικός

(Scottish) stinking, disgusting, or foul 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bowfing
συγκριτικός βαθμός
more bowfing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
That bin smells bowfing! 

Αυτός ο κάδος μυρίζει bowfing!

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store