dreich
Pronunciation
/dɹˈaɪx/

Ορισμός και σημασία του "dreich"στα αγγλικά

01

θλιβερός καιρός, βαρετός καιρός

(Scottish) dreary, dull, or miserable weather
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The town felt empty under the dreich.
Η πόλη ένιωθε άδεια κάτω από τον βροχερό καιρό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store