dreich
dreich
dri:x
drikh
drench

Ορισμός και σημασία του "dreich"στα αγγλικά

01

θλιβερός καιρός, βαρετός καιρός

(Scottish) dreary, dull, or miserable weather 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
We've had nothing but dreich all week. 

Είχαμε μόνο dreich καιρό όλη την εβδομάδα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store