to mither
mi
ˈmɪ
mi
ther
ða
dha
mitermother

Ορισμός και σημασία του "mither"στα αγγλικά

to mither
01

ενοχλώ, παρενοχλώ

to bother, annoy, or pester someone 
Dialectbritish flagBritish
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mither
γ΄ ενικό πρόσωπο
mithers
ενεστώτα μετοχή
mithering
απλός αόριστος
mithered
παθητική μετοχή
mithered
Παραδείγματα
Stop mithering me, I'm trying to work! 

Σταμάτα να με ενοχλείς, προσπαθώ να δουλέψω!

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store