Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mither
01
ενοχλώ, παρενοχλώ
to bother, annoy, or pester someone
Dialect
British
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mither
γ΄ ενικό πρόσωπο
mithers
ενεστώτα μετοχή
mithering
απλός αόριστος
mithered
παθητική μετοχή
mithered
Παραδείγματα
I do n't want to mither you, but can you help me?
Δεν θέλω να σε ενοχλήσω, αλλά μπορείς να με βοηθήσεις;



























