Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mither
01
ενοχλώ, παρενοχλώ
to bother, annoy, or pester someone
Dialect
British
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mither
γ΄ ενικό πρόσωπο
mithers
ενεστώτα μετοχή
mithering
απλός αόριστος
mithered
παθητική μετοχή
mithered
Παραδείγματα
Stop mithering me, I'm trying to work!
Σταμάτα να με ενοχλείς, προσπαθώ να δουλέψω!



























