Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blart
01
κλαίω υπερβολικά, λυγίζω δραματικά
to cry or weep, usually in an exaggerated or emotional way
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blart
γ΄ ενικό πρόσωπο
blarts
ενεστώτα μετοχή
blarting
απλός αόριστος
blarted
παθητική μετοχή
blarted
Παραδείγματα
The kid blarted when he scraped his knee.
Το παιδί έκλαψε όταν έξυσε το γόνατό του.



























