to blart
blart
blɑ:t
blaat
blastblurt

Ορισμός και σημασία του "blart"στα αγγλικά

to blart
01

κλαίω υπερβολικά, λυγίζω δραματικά

to cry or weep, usually in an exaggerated or emotional way 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blart
γ΄ ενικό πρόσωπο
blarts
ενεστώτα μετοχή
blarting
απλός αόριστος
blarted
παθητική μετοχή
blarted
Παραδείγματα
He started to blart when he watched that sad film. 

Άρχισε να κλαίει υπερβολικά όταν είδε εκείνη τη λυπητερή ταινία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store