Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wowzer
01
κάτι αξιοσημείωτο, ένα εντυπωσιακό πράγμα
(Canada) something remarkable, impressive, or of great interest or beauty
Slang
Παραδείγματα
Their performance was an absolute wowzer.
Η απόδοσή τους ήταν ένα απόλυτο wowzer.



























