caker
Pronunciation
/kˈeɪkɚ/

Ορισμός και σημασία του "caker"στα αγγλικά

01

ένας αγγλόφωνος Καναδός, ένας Καναδός που μιλάει αγγλικά

(Canada) an English-speaking Canadian, often showing stereotypical Canadian traits
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cakers
Παραδείγματα
We joked he 's a caker for cheering the Leafs.
Αστειευτήκαμε ότι είναι caker γιατί υποστηρίζει τους Maple Leafs.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store