Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Caker
01
ένας αγγλόφωνος Καναδός, ένας Καναδός που μιλάει αγγλικά
(Canada) an English-speaking Canadian, often showing stereotypical Canadian traits
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cakers
Παραδείγματα
He loves hockey and poutine; he's such a caker.
Αγαπά το χόκεϊ και το poutine· είναι ένας πραγματικός κέικερ.
Λεξικό Δέντρο
caker
cake



























