Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to kick with
01
βγαίνω με, περνάω χρόνο με
(African American) to hang out, spend time, or associate with someone casually
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
kick
ενεστώτας
kick with
γ΄ ενικό πρόσωπο
kicks with
ενεστώτα μετοχή
kicking with
απλός αόριστος
kicked with
παθητική μετοχή
kicked with
Παραδείγματα
We 've been kicking with them for years.
Κάνου παρέα μαζί τους εδώ και χρόνια.



























