to kick with
Pronunciation
/kˈɪk wɪð/

Ορισμός και σημασία του "kick with"στα αγγλικά

to kick with
01

βγαίνω με, περνάω χρόνο με

(African American) to hang out, spend time, or associate with someone casually
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
kick
ενεστώτας
kick with
γ΄ ενικό πρόσωπο
kicks with
ενεστώτα μετοχή
kicking with
απλός αόριστος
kicked with
παθητική μετοχή
kicked with
Παραδείγματα
We 've been kicking with them for years.
Κάνου παρέα μαζί τους εδώ και χρόνια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store