Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bust off
01
αρχίζω να πυροβολώ, ανοίγω πυρ
(African American) to start shooting, often suddenly or aggressively
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
bust
ενεστώτας
bust off
γ΄ ενικό πρόσωπο
busts off
ενεστώτα μετοχή
busting off
απλός αόριστος
busted off
παθητική μετοχή
busted off
Παραδείγματα
He bust off in the middle of the street.
Αυτός άρχισε να πυροβολεί στη μέση του δρόμου.



























