to bust off
bust
bʌst
bast
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "bust off"στα αγγλικά

to bust off
01

αρχίζω να πυροβολώ, ανοίγω πυρ

(African American) to start shooting, often suddenly or aggressively 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
bust
ενεστώτας
bust off
γ΄ ενικό πρόσωπο
busts off
ενεστώτα μετοχή
busting off
απλός αόριστος
busted off
παθητική μετοχή
busted off
Παραδείγματα
He bust off in the middle of the street. 

Αυτός άρχισε να πυροβολεί στη μέση του δρόμου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store