to worsh
worsh
wɔ:ʃ
vawsh
worthwoosh

Ορισμός και σημασία του "worsh"στα αγγλικά

to worsh
01

καθαρίζω, πλένω

(Midwestern US) to clean or wash something 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
worsh
γ΄ ενικό πρόσωπο
worshes
ενεστώτα μετοχή
worshing
απλός αόριστος
worshed
παθητική μετοχή
worshed
Παραδείγματα
Don't forget to worsh your hands before dinner. 

Μην ξεχάσετε να πλύνετε τα χέρια σας πριν το δείπνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store