to worsh
Pronunciation
/wˈɜːʃ/

Ορισμός και σημασία του "worsh"στα αγγλικά

to worsh
01

καθαρίζω, πλένω

(Midwestern US) to clean or wash something
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
worsh
γ΄ ενικό πρόσωπο
worshes
ενεστώτα μετοχή
worshing
απλός αόριστος
worshed
παθητική μετοχή
worshed
Παραδείγματα
We need to worsh the windows; they're so dirty.
Πρέπει να πλύνουμε τα παράθυρα· είναι τόσο βρώμικα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store