Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to worsh
01
καθαρίζω, πλένω
(Midwestern US) to clean or wash something
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
worsh
γ΄ ενικό πρόσωπο
worshes
ενεστώτα μετοχή
worshing
απλός αόριστος
worshed
παθητική μετοχή
worshed
Παραδείγματα
We need to worsh the windows; they're so dirty.
Πρέπει να πλύνουμε τα παράθυρα· είναι τόσο βρώμικα.



























