Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to worsh
01
καθαρίζω, πλένω
(Midwestern US) to clean or wash something
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
worsh
γ΄ ενικό πρόσωπο
worshes
ενεστώτα μετοχή
worshing
απλός αόριστος
worshed
παθητική μετοχή
worshed
Παραδείγματα
Don't forget to worsh your hands before dinner.
Μην ξεχάσετε να πλύνετε τα χέρια σας πριν το δείπνο.



























