Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Po' boy
01
σάντουιτς της Λουιζιάνα, πο' μπόι
(Louisiana) a sandwich on French bread, typically filled with fried seafood, roast beef, or other meats
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
po' boys
Παραδείγματα
I had a shrimp po' boy for lunch.
Έφαγα ένα πο μπόι με γαρίδες για μεσημεριανό.



























