Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cocoon
01
κουκούλι, μεταξένιο κάλυμμα
a silky covering that the larvae of some insects make around themselves during metamorphosis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cocoons
to cocoon
01
τυλίγω σαν σε κουκούλι, προστατεύω σαν σε κουκούλι
wrap in or as if in a cocoon, as for protection
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cocoon
γ΄ ενικό πρόσωπο
cocoons
ενεστώτα μετοχή
cocooning
απλός αόριστος
cocooned
παθητική μετοχή
cocooned
02
τσακώνω, απομονώνομαι
retreat as if into a cocoon, as from an unfriendly environment



























