cocoon
Pronunciation
/kəˈkun/

Ορισμός και σημασία του "cocoon"στα αγγλικά

01

κουκούλι, μεταξένιο κάλυμμα

a silky covering that the larvae of some insects make around themselves during metamorphosis
cocoon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cocoons
to cocoon
01

τυλίγω σαν σε κουκούλι, προστατεύω σαν σε κουκούλι

wrap in or as if in a cocoon, as for protection
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cocoon
γ΄ ενικό πρόσωπο
cocoons
ενεστώτα μετοχή
cocooning
απλός αόριστος
cocooned
παθητική μετοχή
cocooned
02

τσακώνω, απομονώνομαι

retreat as if into a cocoon, as from an unfriendly environment
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store