blep
blep
blɛp
μπλεπ
bleep

Ορισμός και σημασία του "blep"στα αγγλικά

01

μια μικρή έκταση της γλώσσας, η γλώσσα ελαφρά προεξέχουσα

a small, often cute instance of an animal sticking its tongue out slightly 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bleps
Παραδείγματα
I caught my cat in a blep this morning. 

Σήμερα το πρωί έπιασα τη γάτα μου να κάνει μπλεπ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store