Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bag up
01
συσκευάζω σε σακούλες, μαζεύω σε σακούλες
to package, secure, or gather items, often into a bag
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
bag
ενεστώτας
bag up
γ΄ ενικό πρόσωπο
bags up
ενεστώτα μετοχή
bagging up
απλός αόριστος
bagged up
παθητική μετοχή
bagged up
Παραδείγματα
Can you bag up these clothes for donation?
Μπορείτε να συσκευάσετε αυτά τα ρούχα για δωρεά;



























