Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bag up
01
συσκευάζω σε σακούλες, μαζεύω σε σακούλες
to package, secure, or gather items, often into a bag
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
bag
ενεστώτας
bag up
γ΄ ενικό πρόσωπο
bags up
ενεστώτα μετοχή
bagging up
απλός αόριστος
bagged up
παθητική μετοχή
bagged up
Παραδείγματα
Let's bag up these groceries.
Ας βάλουμε σε σακούλες αυτά τα ψώνια.



























