facecam
face
ˈfeɪs
feis
cam
kæm
kām

Ορισμός και σημασία του "facecam"στα αγγλικά

01

κάμερα προσώπου, κάμερα του προσώπου

a live or recorded video showing a streamer's or participant's face during a video or stream 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
facecams
Παραδείγματα
The facecam caught his reaction perfectly. 

Η κάμερα προσώπου κατέγραψε τέλεια την αντίδρασή του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

facecam

face

+

cam

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store