Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to necropost
01
νεκροποστάρω, κάνω νεκροπόστ
to post in a thread that has been inactive for a long time
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
necropost
γ΄ ενικό πρόσωπο
necroposts
ενεστώτα μετοχή
necroposting
απλός αόριστος
necroposted
παθητική μετοχή
necroposted
Παραδείγματα
They necroposted a thread that had been dead for years.
Έκαναν νεκροδημοσίευση σε ένα νήμα που ήταν νεκρό για χρόνια.



























