Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to necropost
01
νεκροποστάρω, κάνω νεκροπόστ
to post in a thread that has been inactive for a long time
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
necropost
γ΄ ενικό πρόσωπο
necroposts
ενεστώτα μετοχή
necroposting
απλός αόριστος
necroposted
παθητική μετοχή
necroposted
Παραδείγματα
She necroposted in a thread from 2009.
Αυτή νεκροπόσταρε σε ένα νήμα από το 2009.



























