cockpit
cock
ˈkɒk
kok
pit
ˌpɪt
pit

Ορισμός και σημασία του "cockpit"στα αγγλικά

01

θάλαμος πιλότου, kokpit

the place where the pilot of an aircraft sits 
cockpit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cockpits
Παραδείγματα
The pilot entered the cockpit before the flight began. 

Ο πιλότος μπήκε στο cockpit πριν ξεκινήσει η πτήση.

02

πιλοτήριο, καμπίνα πλοιάρχου

the place where the helmsman or captain of a boat operates and controls the boat 
03

θάλαμος οδήγησης, κόκπιτ

the place where the driver of a racing car sits 
04

μια τάφρος για καβγαδισμούς πετεινών, μια αρένα για καβγαδισμούς πετεινών

a pit for cockfights 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store